Κίμωλος
Τα δρομολόγια ποικίλουν ανάλογα με την εποχή. Φαίνεται όμως πως οι Κιμώλιοι μη μπορώντας να αντιμετωπίζουν μόνοι τους κάθε φορά τους πειρατές αναγκάσθηκαν να συμφιλιωθούν μ΄ αυτούς και να τους παρέχουν ακόμη και υπηρεσίες.Το λιμάνι της ονομάζεται Ψάθη και απέχει 0,8 χλμ από τη Χώρα. Σε όλο το νησί επιτρέπονται τα τροχοφόρα οχήματα, αλλά την καλοκαιρινή περίοδο, το πρόβλημα στάθμευσης είναι έντονο στο Χωριό Κιμώλου και την Ψάθη. Μάλιστα ανήγειραν και καθολική εκκλησία της Μαντόνα ντι Ροζάριο ερείπια της οποίας υφίστανται και σήμερα.
Ακόμη γίνονται τουριστικές ξεναγήσεις στο ερημονήσι Πολύαιγο με βάρκες ή μικρά ταχύπλοα σκάφη κιμώλιων ιδιοκτητών. Η Κίμωλος ανήκει στην άγονη γραμμή των Δυτικών Κυκλάδων και συνδέεται με τον Πειραιά με συμβατικά πλοία όλο το χρόνο και με ταχύπλοα την υψηλή περίοδο. Επίσης υπάρχει πρατήριο καυσίμων.
Τέλος, τα μέσα μεταφοράς της Κιμώλου αποτελούνται από ένα λεωφορείο με προγραμματισμένα δρομολόγια και ένα ταξί. Από το 1678 στη Κίμωλο εγκαταστάθηκαν διπλωματικοί αντιπρόσωποι, Ολλανδό υποπρόξενο καθώς και Γάλλο το 1727 που κάλυπταν τους καθολικούς νησιώτες.
Οι περισσότεροι από τους κάτοικους ασχολούνται με την τουριστική υποδομή (εστιατόρια, χώροι διαμονής κτλ.) την καλοκαιρινή περίοδο σε συνδυασμό με αγροτικές δραστηριότητες, κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Η Κίμωλος είναι Κοινότητα του Νομού Κυκλάδων. Το Χωριό Κιμώλου αποτελείται από τους οικισμούς Παλιό και Νέο Χωριό, με το πρώτο να αναφέρεται κυρίως στο Κάστρο και γύρω από αυτό, ενώ το δεύτερο να αναφέρεται γενικά στους νεότερους οικισμούς Μυζηθρούς, Ξεροπηγάδας, Θεοσκέπαστης κλπ.
ενώ ο παράπλους της φθάνει τα 18 περίπου μίλια. Η Κίμωλος προσαρτήθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα το 1830, όταν αναγνωρίστηκε ανεξάρτητο κράτος ως Βασίλειο της Ελλάδος μαζί με όλες τις Κυκλάδες. Ο πληθυσμός αυξήθηκε από το 1991 (πραγματικός πληθυσμός 728) σε σε 769 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001.
Το σχήμα της Κιμώλου είναι περίπου κανονικού πενταγώνου διαμέτρου 7 μιλίων με ανάπτυγμα ακτών περίπου 40 χλμ. Με τη Μήλο συνδέεται πολλές φορές την ημέρα μέσω του βόρειου λιμένα της Μήλου, Πολλωνία.
Ο ανήλικος πληθυσμός δεν ξεπερνάει τα 100 άτομα, σύμφωνα με τα στατιστικά των σχολείων. Το 1950 αριθμούσε 1190 κατοίκους ενώ σήμερα 715 κατοίκους.
Η σύνδεση γίνεται με τοπικό πορθμείο (κοινώς: παντόφλα). Τέλος, η Κίμωλος αποτελεί σταθμό και για τα ενδοκυκλαδικά δρομολόγια, δηλαδή των τοπικών γραμμών ματαξύ των Κυκλάδων (Κέα, Κύθνος, Σέριφος, Σίφνος, Μήλος, Κίμωλος, Φολέγανδρος, Θήρα, Πάρος, Σύρος, Μύκονος. . Ήταν επίσης γνωστή και σαν Εχινούσα, πιθανόν λόγω της κιμωλίας έχιδνας (οχιάς) που ακόμη και σήμερα αφθονεί στο νησί.
Την υψηλή περίοδο έχει συνήθως καθημερινή σύνδεση με τον Πειραιά και τα άλλα νησιά. Η πρωτεύουσα του νησιού ονομάζεται Κίμωλος ή Χωριό-και όχι Χώρα-Κιμώλου.
Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος μυθικός οικιστής της υπήρξε ο Κίμωλος, σύζυγος της Σίδης, κόρης του Ταύρου, στον οποίο οφείλει το όνομά της. Κατά την αρχαιότητα, η Κίμωλος είχε δύο θαυμάσιους λιμένες των οποίων τα λείψανα υπάρχουν στη θέση «Ελληνικό» όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, ενώ στον όρμο Ψάθα υπάρχουν λαξευτά νεωλκεία, (όμοια με εκείνα ης Αίγινας στη θέση «Στρατηγού») που οι ντόπιοι αποκαλούν σύρματα , όπως και στη Μήλο. Η Κίμωλος υπήρξε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου πεδίο μαχών των Αθηναίων, που τη κυρίευσαν, αφού προηγουμένως τη λεηλάτησαν, όταν οι Σπαρτιάτες, είχαν υποτάξει τη γειτονική Μήλο.
Επί Φραγκοκρατίας (13ος αιώνας) τη νήσο κατέλαβε ο Μάρκος Σανούδος την οποία και προσάρτησε στο Δουκάτο της Νάξου, μέχρι το 1537 που την κατέλαβε για λίγο ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα όπου και την επανέκτησε ο Αντζιελότο Γκοζαδίνο κατόπιν φόρου υποτελείας πρός τον Σουλτάνο. Συχνά όμως τη νήσο επισκέπτονταν πειρατές τους οποίου φοβόνταν και αυτοί οι Τούρκοι. Μάλιστα, όπως προκύπτει ιστορικά υποχρεώθηκε στη καταβολή στους Αθηναίου φόρο υποτέλειας χιλίων δραχμών. Το Μεσαίωνα και μέχρι τους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ονομαζόταν Αρτζιαντιέρα ή Αρτζεντιέρα, λέξη ενετικής προέλευσης, λόγω των ασημόχρωμων βράχων της στα νότια, (αρτζέντο=ασήμι στα λατινικά).
Το νησί διαθέτει Αστυνομικό σταθμό, έδρα Ειρηνοδικείου, Δημοτικό σχολείο, Ταχυδρομείο, ενώ η αρχή διαχείρισης του λιμένος υπάγεται στο Λιμεναρχείο Μήλου. Μεταξύ της Μήλου και της Πολυαίγου βρίσκονται και οι νησίδες Κασσέλες, Άγιος Γεώργιος, Πήτα, Μανωλονήσι και Άγιος Ευστάθιος ή Πυργί στην οποία και υπάρχει φάρος που εξυπηρετεί τη ναυσιπλοΐα στό μεταξύ Κιμώλου και Πολυαίγου στενό Πυργί .
Οι κάτοικοί της, που είναι συγκεντρωμένοι στην ομώνυμη κοινότητα, μεταξύ των ορμίσκων Ψάθα και Άγιος Νικόλαος, ασχολούνται κυρίως με τη ναυτιλία, τη γεωργία, την αλιεία, τη λατομία πορώλιθου και την εξόρυξη της κιμωλίας γης . Στην Κοινότητα Κιμώλου υπάγονται και τα τρια ακατοίκητα νησιά, η Πολύαιγος, ο Άγιος Ευστάθιος και ο Άγιος Γεώργιος (ανήκει σε Κιμώλιο πλοιοκτήτη). Το νησί έδωσε το όνομά του στο λευκό πέτρωμα, τη γνωστή από τους μαυροπίνακες κιμωλία. Η Κίμωλος είναι νησί με πλούσιες ιστορικές καταγραφές. Σ΄ αυτό οφείλεται και η μεγάλη ναυτική εμπειρία τους που είχε εκτιμηθεί τα χρόνια εκείνα και από τους Γάλλους αλλά και από τον Σουλτάνο τον οποίο και θεωρούσαν μέγα προστάτη, ενώ έσπευδαν να πληρώσουν τον φόρο υποτέλειας, 1400 γρόσια ετησίως, και μάλιστα με ιδιαίτερη σπουδή στον Καπουδάν Πασά που επισκέπτονταν τη Κίμωλο μια φορά το χρόνο.
Το 1638 η Κίμωλος καταλήφθηκε και πυρπολήθηκε από τους πειρατές, όπου οι κάτοικοι κατέφυγαν στη Σίφνο, απομείναντες μόνο 200 στη νήσο. Συντεταγμένες: 36°48′N 24°33′E / 36.8, 24.55 Η Κίμωλος (πρωτεύουσα: Χωριό Κιμώλου, λιμάνι: Ψάθη, έκταση: 35,7 τ.χλμ., υψηλότερο σημείο: Όρος Παλιόκαστρο, 364 μ.) είναι νήσος του Αιγαίου, που ανήκει στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων· βρίσκεται στο νοτιοανατολικό όριο των Κυκλάδων, κοντά στη Μήλο από την οποία και χωρίζεται δια του στενού Πολύνι (πλάτους 0,5 μιλίου), 1 μίλι νοτιοανατολικά από την Πολύαιγο (κοινώς Πόλυβο) και 7 μίλια βορειοανατολικά από τη Σίφνο.
Από τους καθολικούς εκείνους μόνο μια οικογένεια ευγενών ζούσε στο νησί το 1778, στη μεγάλη θαλάσσια πειρατεία που είχε συμβεί το έτος εκείνο, κατά περιγραφή του περιηγητή Σονίνο, που και αυτή η οικογένεια των Μπρεστ*, το 1795 εγκαταστάθηκε στη Μήλο. Στην περίοδο επίσης των Ορλωφικών όταν οι Ρώσοι εντόπισαν ποσότητες αργυρούχου βαρυτίνης στη περιοχή αυτή προσπάθησαν ανεπιτυχώς να την εκμεταλλευτούν, τότε ήδη η νήσος λεγόταν Αρτζιαντιέρα, οπότε και άρχισε η εξαγωγή της μοναδικής στο είδος της, κιμώλιας γης, με συνέπεια το νησί να καταστεί και εμπορικός κόμβος.
